Σχετικά με το Design

Στη «Ζώνη του Λυκόφωτος» η αρχιτεκτονική αγγίζει την διακοσμητική. Δύο επαγγέλματα, δύο γνωστικά αντικείμενα, μα κάπου και τα δύο συντρέχουν, συνεργάζονται, η αλληλοσυγκρούονται. Η διακοσμητική θεωρείται ότι είχε σαν αφετηρία την προαιγυπτιακή περίοδο (3000π.Χ. – 330π.Χ.), στην δε αρχιτεκτονική έχουν αποδοθεί αρχαιότερες ρίζες, ταυτίζεται με την ανάγκη ύπαρξης στέγης του προϊστορικού ανθρώπου. Η διακοσμητική επήλθε αναμφισβήτητα και δικαιωματικά σαν επάγγελμα τον 19ο αιώνα, λόγω της ανάγκης εξειδίκευσης. Η πορεία του επαγγέλματος ήταν ανοδική με την βιομηχανική επανάσταση, την επιρροή των Σκανδιναβών σχεδιαστών από το 1920, το Bauhaus, την μεταπολεμική ανάπτυξη, το φαινόμενο του νεοπλουτισμού και αργότερα, με την εξέλιξη το 1960, των λεγόμενων «Systems Furniture» και «Office Landscaping» (Contract Design), μεταξύ των άλλων παραγόντων.

Σε τι διαφέρει η αρχιτεκτονική από την διακοσμητική;

Ένας λακωνικός και γενικά αποδεκτός ορισμός του «αρχιτέκτων» είναι ο εξής: ο επαγγελματίας που ασχολείται με τον σχεδιασμό κτιρίων καθώς και συνήθως με την επίβλεψη της κατασκευής αυτών. Ο διακοσμητής ή Decorateur ή Interior Designer είναι ο επαγγελματίας που κύριο αντικείμενο έχει την ανάπλαση, «διακοσμώ», εξωραϊσμό ή διαμόρφωση του εσωτερικού χώρου. Ο διακοσμητής είναι «μορφολόγος» του χώρου, όπως σωστά έχει χαρακτηριστεί, αφού ασχολείται με την τελική διαμόρφωση του «άμορφου» εσωτερικού κελύφους, η μέρους αυτού. Ο αρχιτέκτων είναι κατ’εξοχήν μηχανικός. Η μηχανική είναι εφαρμοσμένη επιστήμη. Το επάγγελμα που θέτει σε πρακτική εφαρμογή τις θεωρητικές ανακαλύψεις της επιστήμης. Το επάγγελμα που είναι ευρέως γνωστό ως «διακοσμητική», ίσως έπρεπε να αποκαλείται «Εσωτερική Μορφολογική», καθώς ο σχεδιαστής δίνει ουσία και ύφος σε ένα «γυμνό» και ανούσιο κέλυφος. Το «design» είναι μέρος της ζωής μας, είναι στο λεξιλόγιο μας, τα δυο επαγγέλματα βασίζονται στην προσφορά υπηρεσιών και οι δυο ασχολούνται με το design του «χώρου» (space). Αλλά ο μεν αρχιτέκτων προσεγγίζει το πρόβλημα από μια «μάκρο» προοπτική, ο δε διακοσμητής από μια «μίκρο» προοπτική. Δυο διαφορετικές εστιάσεις δηλαδή. Ο αρχιτέκτων ασχολείται κυρίως με το δομημένο περιβάλλον και τον περιβάλλοντα χώρο αυτού.

Αυτονόητο, λοιπόν, ότι ο αρχιτέκτων, μελετώντας την τοποθέτηση του κτιρίου στον εξωτερικό χώρο, τη φύση καταλήγει στο να επηρεάζει τον περιβάλλοντα χώρο αυτού. Η μελέτη του περιβάλλοντα χώρου είναι εξίσου σημαντική συγκριτικά με τον σχεδιασμό του κτιρίου, στην δε ανατολική φιλοσοφία αποτελεί το αναπόσπαστο «γιν-γιαν». Τα έξω είναι το μέσα και το μέσα είναι το έξω. Αρνητικός και θετικός χώρος δηλαδή. Ας σημειώσουμε εδώ ότι ο διακοσμητής ασχολείται με την μελέτη του «θετικού» χώρου, σε αντίθεση με τον αρχιτέκτονα, ο οποίος ενδέχεται να ασχοληθεί και με την μελέτη του «αρνητικού» χώρου. Δυστυχώς η επικρατούσα νοοτροπία είναι να τελειώνει ένα έργο σταδιακά, ανάλογα με τους οικονομικούς πόρους του ιδιοκτήτη, και ο περιβάλλων χώρος τελευταίος, να μην τελειώνει σχεδόν ποτέ σωστά. Ευχής έργο, οι αρχιτέκτονες να ασχολούνται επιμελώς με το «δέσιμο» του κτιρίου με το περιβάλλον, και να μην επιμένουν να ασχολούνται με τα «εσωτερικά» του κτιρίου, όταν αυτά εμπίπτουν στις αρμοδιότητες του διακοσμητή.

Τα δύο επαγγέλματα οφείλουν να έχουν συμπληρωματικούς και όχι ανταγωνιστικούς ρόλους.

Η διακοσμητική αρχίζει όταν «τελειώνει» η αρχιτεκτονική. Δεν είναι δυνατόν να υπάρξει διακοσμητική χωρίς την προϋπόθεση ύπαρξης της αρχιτεκτονικής. Δεν δύναται να υπάρξει ένας καλοσχεδιασμένος συλλογικός χώρος χωρίς την αρχική μεθοδική και αμοιβαία συνεργασία μεταξύ αρχιτέκτονα και διακοσμητή. Η παρέμβαση του διακοσμητή δεν πρέπει να συμβαίνει στο τέλος του έργου, όπως πολύ συχνά συμβαίνει, αλλά στα αρχικά στάδια της μελέτης, όταν διαμορφώνονται οι κατόψεις και οι όψεις.

Δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις που πελάτης ζήτησε από τον διακοσμητή να «διορθώσει» τον εσωτερικό χώρο. Για παράδειγμα, αν υπήρχε συνεργασία αρχιτέκτονα – διακοσμητή δεν θα προέκυπταν εμφανείς δοκοί, τους οποίους ο διακοσμητής καλείται να «κρύψει», αλλά ανεστραμμένοι δοκοί. Παραδόξως, επικρατεί η αντίληψη στο σκεπτικό ορισμένων αρχιτεκτόνων ότι ο διακοσμητής «παίζει μόνον με τα χρώματα και δένει τα υφάσματα με τους πίνακες». Αλλά αυτό είναι όσο αληθές είναι το σκεπτικό ορισμένων πολιτικών μηχανικών ότι «δουλειά μας είναι να διορθώσουμε και να χτίσουμε τα ονειροπόλα σκιτσάκια του αρχιτέκτονα». Αντιπαραθέσεις και προκαταλήψεις τέτοιας μορφής είναι αντιπαραγωγικές. Σε μια συμφωνική ορχήστρα ο μαέστρος διευθύνει ταυτόχρονα διαφορετικά όργανα για άψογη, ερμηνεία και εκτέλεση του μουσικού έργου. Υπάρχουν μουσικά κομμάτια, που το πιο «ασήμαντο» σόλο, η ύπαρξη ενός μοναχικού οργάνου, που δεν ξεχωρίζει άμεσα από τα δεκάδες άλλα, αποτελεί την όλη ουσία του κομματιού και δηλώνει την ιδιοφυΐα της σύλληψης του συνθέτη. Παρόμοια, ο ανάδοχος ενός μεγάλου οικοδομικού έργου, οφείλει να αναγνωρίζει και να κατευθύνει τις διάφορες επαγγελματικές και εργατικές ιδιότητες και υπευθυνότητες, για την ομαλή και άψογη εκτέλεση του έργου. Πιθανόν, για να κατανοήσουμε τον διαχωρισμό αρχιτέκτονα και διακοσμητή, θα χρειαστεί να ανατρέξουμε σε άλλους αποδεκτούς διαχωρισμούς, όπως στα επαγγέλματα του «ψυχίατρου» και του «ψυχολόγου». Υπάρχουν σαφείς και ξεχωριστές αρμοδιότητες, όπως είναι ευρέως γνωστό. Χωρίς να θέλουμε να παρεξηγηθούμε σαν απλοϊκοί, ένας κύριος διαχωρισμός είναι ότι από τους δυο μόνον ο ψυχίατρος είναι νομοθετικά κατοχυρωμένος να συνταγολογεί φαρμακευτική αγωγή. Οι ρόλοι είναι καθαρά συμπληρωματικοί και συμβουλευτικοί. Η υιοθέτηση επιτυχών μοντέλων, όπως το προηγούμενο, είναι ένα βήμα στην σωστή κατεύθυνση. Ενώ είχαμε την τύχη να συναντήσουμε διακοσμητές πιο προικισμένους συγκριτικά με μερικούς αρχιτέκτονες, και αντιστρόφως, θα ήταν προτιμότερο να παραμείνουμε και να επιμείνουμε στην εξειδίκευση. Είναι αδιανόητο στο τέλος του 20ου αιώνα να επιμένουμε στην αναγεννησιακή φιλοσοφία της παντογνωσίας. Το πρόβλημα της αλληλοκατανόησης και της επικοινωνίας μεταξύ των δυο επαγγελμάτων είναι υπαρκτό και γνωστό. Η υπάρχουσα παρεξήγηση ρόλων υπάρχει όχι μόνο στο κοινό αλλά και μεταξύ μας. Οι επαγγελματικές συγκρούσεις, πιστεύουμε οφείλονται σε υπέρμετρο επαγγελματικό «ζήλο» και σε παρεξηγήσεις των επαγγελματικών αρμοδιοτήτων λόγω έλλειψης πληροφόρησης. Αυτά τα οποία φαινόμενα οξύνονται σε περιόδους οικονομικής λιτότητας και ανταγωνισμού, όπου και τα δυο επαγγέλματα εστιάζουν στο ίδιο γνωστικό αντικείμενο και ουσιαστικά κινούνται εκτός της επαγγελματικής σφαίρας τους. Πιστεύουμε οτι η πολιτεία ευθύνεται άμεσα που δεν κατοχυρώνει το επάγγελμα και τον τίτλο του μορφολόγου διακοσμητή.

Η πολιτεία, επίσης, ευθύνεται για τον ανεξέλεγκτο πλέον αριθμό αδειών ασκήσεως επαγγέλματος των μηχανικών και την ανεπαρκή «αστυνόμευση» του αντικειμένου ενασχόλησης τους, όπως για παράδειγμα όταν πολιτικοί μηχανικοί φέρονται σαν αρχιτέκτονες. Όπως είδαμε και ο αρχιτέκτων και ο διακοσμητής ασχολούνται με το «design», από τους πιο γνωστούς ξενόφερτους όρoυς, και τους πιο παρεξηγημένους ταυτόχρονα και που αποτελεί μια από τις πηγές επαγγελματικών προστριβών. Ίσως η διακοσμητική να μην εμπεριέχεται στο «συλλογικό υποσυνείδητο» του Dr Karl Jung, έδρα των αρχέγονων απαιτήσεων, αλλά σίγουρα εμπεριέχεται σε ανώτερες κοινωνικές αξίες και ανεπτυγμένους πολιτισμούς. Στις περισσότερες δυτικές κοινωνίες, η διακοσμητική συναντάται μετά την ικανοποίηση βασικών βιοποριστικών απαιτήσεων ή αναγκών. Έχει ειπωθεί ότι «η μερική γνώση είναι πιο επικίνδυνη από την έλλειψη γνώσης» και, βέβαια, τι πιο αληθοφανές από το παράδειγμα των δυο αυτών επαγγελμάτων. Και ας μη ξεχνάμε ότι στην Ελλάδα είσαι ό,τι δηλώσεις, πάντοτε εις βάρος του καταναλωτή. Είναι παντελώς ανεύθυνο, όταν ένας αρχιτέκτων χωρίς μεταπτυχιακή εξειδίκευση, νομίζει ότι είναι και μορφολόγος διακοσμητής και αντιστρόφως. Είναι δε ανήθικο, όταν πράττουμε τούτο γνωρίζοντας τις ελλείψεις μας και προσπαθούμε να πείσουμε τον υποψήφιο πελάτη στο αντίθετο, διακινδυνεύοντας την δημόσια ασφάλεια σε ορισμένες περιπτώσεις. Στις Η.Π.Α. όπου υπάρχουν οι ομοσπονδιακοί, περιφερειακοί και πολιτειακοί οικοδομικοί κανονισμοί που προστατεύουν «την υγεία, ασφάλεια και το καλό» των πολιτών («health, safety and welfare») και που ο ρόλος και ο τίτλος του διακοσμητή είναι αναγνωρισμένος και κατοχυρωμένος, παρατηρούμε μια αρμονική συνεργασία και συνύπαρξη των δυο επαγγελμάτων, με αποτέλεσμα «καλύτερα», αρτιότερα, πιο μελετημένα κτίρια, όπως είναι γενικά παγκοσμίως αποδεκτό. Αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο. Ο διακοσμητής εξωραΐζει τον «άγριο» χώρο. Τον κάνει ξεχωριστό, πρωτότυπο, του αποδίδει «χαρακτήρα» και ύφος και τον καθιστά εύκολο να τον αντιληφθεί κάποιος ή πολύπλοκο. Τον καθιστά ευνόητο και προσιτό η εγκεφαλικό. Τον καθιστά φαιδρό ή συγκρατημένο ή και ουδέτερο αν χρειαστεί, φωτεινό ή σκοτεινό, ζωηρό ή ήσυχο…

Η διακοσμητική, αποτελεί σύγχρονη απαίτηση και πραγματικότητα, ενώ συνυπάρχει, συνεισφέρει σε ένα ορχηστρωμένο «Gesamtkunstwerk» το οποίο σπάνια συναντούμε και, σπανιότερα κατανοούμε. Και ίσως μερικοί σκέφτονται την διακοσμητική στην παντελή έλλειψή της ή στην προβληματική εφαρμογή της, όμως αντιλαμβανόμαστε την αξία της υγείας του όλου βιολογικού συστήματος, μόνο κατά την δυσλειτουργία ή απώλεια ενός ζωτικού οργάνου.Τo επαγγελματικό «γνώθι σ’αυτόν» και η ακολουθία επαγγελματικών κωδίκων δεοντολογίας συνεισφέρουν στην κατανόηση και στην ιδανική συνεργασία των δύο αξιόλογων αυτών επαγγελμάτων με ικανοποιητικά αποτελέσματα, τόσο μεταξύ τους, όσο και για το κοινό, τον τελικό αποδέκτη των υπηρεσιών μας δηλαδή…τον πελάτη.

Του Μιχάλη Α. Βιδάλη, Αρχιτέκτων Μηχανικός, MArch.